μοτοσικλέτα

Οδικό όχημα με κινητήρα και δύο (ή σπανιότερα τρεις) τροχούς, για μεταφορά προσώπων ή και εμπορευμάτων. Όπως το αυτοκίνητο προήλθε από τις άμαξες, στις οποίες τοποθετήθηκαν κινητήρες ατμού ή εσωτερικής καύσης, έτσι και οι πρώτες μ. γεννήθηκαν από ποδήλατα και τρίκυκλα εφοδιασμένα με κινητήρα. Ιστορία. Η πρώτη προσπάθεια προσαρμογής κινητήρα σε ποδήλατο πραγματοποιήθηκε το 1869, όταν ο Λ. Περό κατασκεύασε μια ατμομηχανή, μικρών διαστάσεων, που ζύγιζε μόλις 61 κιλά. Στη συνέχεια ο Πιέρ Μισό την προσάρμοσε σε ένα ποδήλατο με σιδερένιο σκελετό, δημιουργώντας τυπικά την πρώτη μ. Το 1885 ο Γκότλιμπ Ντέμλερ, επανέλαβε την προσπάθεια προσαρμόζοντας αερόψυκτο κινητήρα (Reitwagen mit petroleum motor), ο οποίος έκαιγε βενζίνη, χωρίς ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Τον ίδιο χρόνο κατασκευάστηκε το ατμοκίνητο τρίκυκλο Ντιόν-Μπουτόν και Τρεπαρντού, ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Φελίξ Μιγιέ κατασκεύασε ένα διθέσιο τρίκυκλο με πεντακύλινδρο περιστροφικό αστεροειδή κινητήρα, ο οποίος μετέδιδε την κίνηση απευθείας στον άξονα του μπροστινού τροχού. Το 1893 ο Μιγιέ τοποθέτησε τον αστεροειδή κινητήρα του στον πίσω τροχό ενός δίκυκλου, δημιουργώντας έτσι ένα όχημα, που προσιδίαζε αρκετά στη σύγχρονη μ. Η ισχύς της ήταν περίπου 3 ίπποι στις 180 στροφές ανά λεπτό, ενώ ως έναυσμα του εκρηκτικού μείγματος χρησιμοποιούσε τον ηλεκτρικό σπινθήρα, που παραγόταν από μια διάταξη με πηνίο επαγωγής, επινόηση και αυτή του Μιγιέ· ως γεννήτρια του ηλεκτρισμού χρησιμοποιείτο μια στήλη θειικού οξέος. Για να κινητοποιηθεί η μ. το έλαιο λίπανσης κατέβαινε κατά σταγόνες στον σωλήνα, ο οποίος έφερε το εκρηκτικό μείγμα στο κέντρο του κινητήριου τροχού, με αποτέλεσμα αυτό να κατανέμεται σε όλα τα όργανα· το φρένο του οχήματος ήταν ανάποδο πετάλι. Η μ. του Μιγιέ συμμετείχε σε έναν από τους πρώτους αγώνες αυτοκινήτων Παρίσι - Μπορντό. Το 1894 η εταιρεία των Χίλντεμπραντ και Βόλφμιλερ, στο Μόναχο, ξεκίνησε να κατασκευάζει μοτοσικλέτες σε βιομηχανική πλέον γραμμή παραγωγής. Οι πρώτες μοτοσικλέτες – βιομηχανικά προϊόντα, οι θρυλικές Βέρνερ, διέθεταν υδρόψυκτο τετράχρονο κινητήρα με δύο κυλίνδρους, κάθε ένας εκ των οποίων ζύγιζε 30 κιλά και απέδιδε ισχύ μόλις τα 3\4 του ίππου, ενώ η ταχύτητα που μπορούσε να αναπτύξει η μοτοσικλέτα πλησίαζε τα 45 χλμ. την ώρα. Με την πάροδο των ετών, οι εξελίξεις στην τεχνολογία των κινητήρων ξεχώρισαν την καθαυτό μ., η οποία κινείται αποκλειστικά από έναν κινητήρα εσωτερικής καύσης, από το μηχανοκίνητο ποδήλατο. Στα πλαίσια αυτού του διαχωρισμού μελετήθηκαν η θέση του κινητήρα και η μετάδοση της κίνησης, εισήχθηκε το κιβώτιο ταχυτήτων, υιοθετήθηκαν οι ελαστικές αναρτήσεις στο εμπρός και πίσω μέρος της μ. και εξοπλίστηκαν τα οχήματα με φρένα δι’ έκτασης (γνωστά και ως ταμπούρα). Κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων, οι μ. χρησιμοποιήθηκαν αρκετά σε βοηθητικές υπηρεσίες και κυρίως στη μεταφορά μηνυμάτων και στη συνοδεία στρατιωτικών οχημάτων. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο οι γνωστότερες μάρκες μ. ήταν ευρωπαϊκές και αμερικάνικες, με επικεφαλείς τις Χάρλεϊ-Ντάβιντσον και Ίντιαν στις ΗΠΑ, τις BSA, Νόρτον, Βελοσέτ και Ράτζ στην Αγγλία, τις γερμανικές BMW, τις γαλλικές Μονέ-Γκουαγιόν και τις ιταλικές Γκούτσι. Οι Ευρωπαϊκές και Αμερικάνικες μ. κυριάρχησαν έως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1960, οπότε οι ιαπωνικοί κολοσσοί Χόντα, Σουζούκι, Καβασάκι και Γιαμάχα πραγματοποίησαν ένα εντυπωσιακό άνοιγμα σε παγκόσμιο επίπεδο, επικρατώντας στον χώρο και κατέχοντας περίπου το 90% της διεθνούς αγοράς. Κύριοι τύποι σύγχρονων μ. Το μοτοποδήλατο είναι ένα ποδήλατο που έχει υποστεί ελαφρές και εύκολες μηχανικές τροποποιήσεις και επί του οποίου είναι τοποθετημένος ένας βοηθητικός κινητήρας. Η δομή του μοτοποδηλάτου διαφέρει από εκείνη του κλασικού ποδηλάτου, γιατί είναι εφοδιασμένο με αμορτισέρ (δηλαδή, αποσβέστες ταλαντώσεων), με ελαστικά μεγαλύτερης διατομής, με ευρύτερο και ανετότερο κάθισμα και με πιο ισχυρό πλαίσιο. Η μετάδοση της κίνησης διενεργείται με αλυσίδα ή με έναν κύλινδρο στερεωμένο στον κινητήρα, ο οποίος κινεί, διά τριβής επί του ελαστικού, τον μπροστινό ή τον πίσω τροχό (η σύζευξη κυλίνδρου και τροχού μπορεί να γίνει με τη χρήση ενός μοχλού, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η χρήση του οχήματος και ως κοινό ποδήλατο). Τα μοτοποδήλατα μπορούν να εφοδιασθούν με κιβώτιο ταχυτήτων και συμπλέκτη ή με αυτόματο συμπλέκτη ή με αυτόματο μεταβολέα ταχύτητας. Ο κυλινδρισμός του μοτοποδηλάτου δεν υπερβαίνει τα 50 κ. εκ., ενώ προσεγγίζει ταχύτητες πάνω από 50 χλμ. /ώρα. Η πιο επιτυχημένη δημιουργία μοτοποδήλατου είναι το Super Cub της εταιρείας Χόντα, το οποίο από τη δεκαετία του 1950 συγκρότησε σχεδόν μόνο του μια ολόκληρη κατηγορία. Πρόκειται για το πασίγνωστο στην Ελλάδα παπί, το οποίο μιμήθηκαν πολλές εταιρείες, εξελίσσοντας την αρχική ιδέα, με αποτέλεσμα το σημερινό παπί να είναι εφοδιασμένο με μεγαλύτερους κινητήρες (πάνω από 100 κ. εκ.), με ασφαλέστερα και σχετικά ελαφρύτερα πλαίσια, με καλές αναρτήσεις και τηλεσκοπικά πιρούνια (τα οποία αντικατέστησαν το επισφαλές σύστημα οδηγούντος συνδέσμου ή leading link) και συχνά με δισκόφρενα και βασικό κινητήρα, με έναν κύλινδρο τοποθετημένο σε οριζόντια θέση και με έναν εκκεντροφόρο επικεφαλή. Ανάμεσα, ωστόσο, στα βασικά χαρακτηριστικά του τύπου παπί συγκαταλέγονται η ασφάλεια, η ομοιογένεια, η πρακτικότητα, η οικονομία και η χαμηλή τιμή. Το σκούτερ είναι ένας ιδιαίτερος τύπος μ., που στοχεύει σε ευκολότερη και ασφαλέστερη χρήση από το μοτοποδήλατο. Έχει ένα ανοιχτό πλαίσιο, τροχούς μικρότερους από τους τροχούς της μ. και απουσία πλαισίου και ρεζερβουάρ καυσίμου ανάμεσα στο τιμόνι και στη θέση του αναβάτη, πράγμα που διευκολύνει την άνοδο και την κάθοδο από το όχημα. Το σκούτερ είναι τελείως κλειστό, διαθέτει μπροστινό προφυλακτήρα, ενώ τα όργανα χειρισμού βρίσκονται ενσωματωμένα στο τιμόνι και το κιβώτιο ταχυτήτων λειτουργεί με πεντάλ. Αρχικά το σκούτερ διέθετε, στην πιο συνήθη εκδοχή του, δίχρονο κινητήρα, κυλινδρισμού μέχρι 250 κ. εκ. και μπορούσε να προσεγγίσει ταχύτητες ανώτερες των 100 χλμ. /ώρα. Το γνωστότερο όχημα, τέτοιου τύπου, ήταν η ιταλική Βέσπα, η οποία από τη δεκαετία του 1950 ταυτίστηκε με το οικονομικό δίτροχο πόλης, το οποίο είχε και αξεπέραστο σχεδιαστικό στυλ. Όταν ξεκίνησε η δεκαετία του 1990, η αγορά των σκούτερ εκτινάχθηκε στα ύψη, γεγονός στο οποίο συνέβαλλαν και τα νέα προϊόντα όλων σχεδόν των κατασκευαστών μ., σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα σκούτερ απέκτησαν άψογο ντιζάιν, ταχύτατους τετράχρονους πλέον κινητήρες με πολύ μεγάλη ιπποδύναμη και κυβισμούς που υπερέβαιναν κατά πολύ τα 250 κ. εκ. φθάνοντας τα 650 κυβ. εκ., ήταν εφοδιασμένα με δισκόφρενα και τηλεσκοπικά πιρούνια, ενώ ο βασικός τους σχεδιασμός επέτρεπε στον αναβάτη εύκολη άνοδο και κάθοδο, προστασία από τα νερά και τον αέρα, πολλές δυνατότητες φόρτωσης μικροαντικειμένων και μεγάλη ευελιξία στην κίνηση στην πόλη, καθώς τα σκούτερ αποτέλεσαν την καλύτερη και πιο στιλάτη λύση για άνδρες και γυναίκες, που επεδίωκαν να αντιμετωπίσουν το μείζον πρόβλημα της κυκλοφοριακής συμφόρησης των μεγαλουπόλεων. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας κάποιες εταιρείες (όπως η BMW) δημιούργησαν σκούτερ με σκέπαστρο και θέση οδηγού σε κουβούκλιο με παρμπρίζ, για καλύτερη προστασία του οδηγού, η σωματική ακεραιότητα του οποίου εξασφαλιζόταν ακόμη περισσότερο, αφού όφειλε να χρησιμοποιεί και ζώνες ασφαλείας. Η κυρίως μ. έχει τα ακόλουθα βασικά χαρακτηριστικά: πλαίσιο από μεταλλικούς σωλήνες ή από διαμορφωμένα χαλυβδόφυλλα ή από εξελασμένες δοκούς ή διαμορφωμένα φύλλα αλουμινίου, ψηλούς τροχούς εφοδιασμένους με ελαστικά κατάλληλα να υφίστανται υψηλές ταχύτητες και σημαντικές καταπονήσεις, ένα σύστημα ανάρτησης με εξειδικευμένα αμορτισέρ, ικανό να εξασφαλίζει μια οδική συμπεριφορά ανάλογη προς τις επιδόσεις του οχήματος, κιβώτιο ταχυτήτων με χειριστήριο στο πόδι και δεξαμενή καύσιμου τοποθετημένη ανάμεσα στο κάθισμα και στο τιμόνι. Η μ. έχει συνήθως τετράχρονο κινητήρα (σπανιότατα δίχρονο), με κυλινδρισμό, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις κυμαίνεται μεταξύ 125 και 1.000 κ. εκ., αν και κατασκευάζονται μ. με κυλινδρισμό, που υπερβαίνει τα 1.000 κ. εκ. Οι βασικές κατασκευαστικές αρχές της μ. καθίστανται πολύπλοκες και εξειδικεύονται, ανάλογα με την χρήση για την οποία προορίζεται η μ. Σήμερα οι μ. χωρίζονται αδρά στις παρακάτω κατηγορίες: α) μ. δρόμου (επονομαζόμενες και street). Είναι κατασκευασμένες, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά σε ασφαλτοστρωμένες επιφάνειες, διαθέτουν ελαστικά χαμηλού προφίλ, στιβαρή κατασκευή, πλαίσιο και γεωμετρία σχεδιασμένα για υψηλές ταχύτητες και ανήκουν στην κατηγορία των πολυκύλινδρων τετράχρονων (σπανιότατα πλέον δίχρονες). Η αεροδυναμική κατασκευή τους συμπληρώνεται με άλλες αντιανεμικές κατασκευές (φέρινγκ) και πανίσχυρα φρένα, ενώ διαθέτουν, ακόμη, ισχυρότατους κινητήρες με κυβισμό από 125 έως 1.800 κ. εκ., με πολύ μεγάλες ιπποδυνάμεις. Οι μ. δρόμου διαιρούνται σε μ. τουρισμού και σε αντίγραφα αγωνιστικών μ., οι λεγόμενες ρεπλίκες (ή super bikes), στις οποίες συγκεντρώνονται οι περισσότερες καινοτομίες, αφού έχουν δοκιμασθεί αρχικά στους αγώνες μ. β) μ. για διαδρομές, εκτός δρόμου (enduro, off road). Είναι κατασκευασμένες κυρίως για χρήση σε χωματόδρομους και δύσβατες διαδρομές, έχουν ελαφρύτερα αλλά ιδιαιτέρως ανθεκτικά πλαίσια και μεγάλες αναρτήσεις, ενώ σχεδόν πάντα είναι μονοκύλινδρες δίχρονες ή τετράχρονες με κυλινδρισμό που κυμαίνεται από 125 έως 650 κ. εκ. Έχουν μικρή σέλα, μικρό ντεπόζιτο καυσίμου, ψηλά εμπρός και πίσω φτερά και ακτινωτές ζάντες, μεγάλης διαμέτρου, καθώς και ειδικά ελαστικά εφοδιασμένα με ανομοιογενές άγριο πέλμα για ευστάθεια σε σαθρό έδαφος. γ) μ. διπλής χρήσης (on – off). Στη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα, εμφανίστηκαν μοτοσικλέτες, που συνδύαζαν άρτια οδηγική συμπεριφορά σε άσφαλτο με δυνατότητες για οδήγηση σε χωματόδρομους ανεκτής βατότητας. Πρόκειται για τις κατεξοχήν τουριστικές μ., μονοκύλινδρες, αλλά κυρίως δικύλινδρες (η σπανιότερα τρικύλινδρες), με κυβισμό από 250 έως 1.200 κ. εκ., ελαφρά ανθεκτικά πλαίσια, πολύ μεγάλα ντεπόζιτα καυσίμου για μεγάλη αυτονομία στα ταξίδια, άψογα σχεδιασμένα καθίσματα για ξεκούραστες πολύωρες διαδρομές, ψηλό αντιανεμικό φέρινγκ και χαμηλό εμπρός φτερό για μεγαλύτερη ευστάθεια στις υψηλές ταχύτητες, ισχυρά δισκόφρενα και ελαστικά διπλής χρήσης, με σαφή προορισμό την οδήγηση σε ασφαλτοστρωμένες επιφάνειες. δ) μ. τύπου cruiser. Πρόκειται για ειδική κατηγορία, που δημιούργησαν οι αμερικάνικες μ., με προεξάρχουσες τις Χάρλεϊ Ντάβιντσον, μετά από την εφαρμογή πολλαπλών στιλιστικών και μηχανικών μετατροπών (custom bikes)· οι εν λόγω μ. διαδόθηκαν ευρέως, μετά την προβολή τους από εμπορικές ταινίες του αμερικανικού κινηματογράφου (όπως, για παράδειγμα, στην ταινία Easy Rider). Σήμερα πολλές εταιρίες διαθέτουν ανάλογα μοντέλα (κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά), βασικό χαρακτηριστικό των οποίων είναι οι αργοί αλλά υψηλού κυβισμού κινητήρες, με κυλίνδρους σε διάταξη V, τα επινικελωμένα εξαρτήματα, το κάθισμα σε δύο επίπεδα (ο συνεπιβάτης βρίσκεται συνήθως ψηλότερα από τον αναβάτη), η σχεδόν παντελής απουσία συστημάτων φόρτωσης και πάνω από όλα τα επιμήκη τηλεσκοπικά πιρούνια και τα χαρακτηριστικά μακριά τιμόνια, στοιχεία που προσδίδουν ένα εντελώς ιδιαίτερο στυλ στην οδήγησή τους. ε) μ. τύπου supermoto. Αποτελούν την πλέον σύγχρονη εκδοχή μ., οι οποίες εμφανίστηκαν στην παραγωγή κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Πρόκειται για μεγάλες enduro (400 έως 650 κ. εκ.) που έχουν, ωστόσο, υποστεί σημαντικές μετατροπές κυρίως στους τροχούς (αλλαγή των μητρικών τροχών κατασκευής με τροχούς 17 ιντσών και τα ελαστικά για χώμα με ελαστικά για καθαρά ασφάλτινη χρήση), στις αναρτήσεις (μικρότερες διαδρομές), στα φρένα και στο πλαίσιο, με αποτέλεσμα το τελικό όχημα να εμφανίζει πιο ομαλή συμπεριφορά στις πολύ κλειστές στροφές, μαζί με την χαρακτηριστική απόδοση ενός μονοκύλινδρου κινητήρα. στ) μ. τύπου sidecar. Με τη μ. μπορεί να συνδεθεί ένα όχημα αεροδυναμικού σχήματος, εφόσον διαθέτει έναν τροχό ίσο με τους τροχούς της μ., τοποθετημένο στην αντίθετη πλευρά από εκείνη, στην οποία συνδέεται το όχημα με τη μ. Το προσθαφαιρούμενο αυτό όχημα (καλάθι ή sidecar) δημιουργεί ένα πιο σταθερό σύνολο, αυξάνοντας παράλληλα τη μεταφορική ικανότητα της μ. Το συγκεκριμένο σχήμα χρησιμοποιήθηκε, σε μεγάλη έκταση, στις μ. των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο· το τέλος της δεκαετίας του 1960 σηματοδότησε τον σταδιακό παραγκωνισμό του sidecar, αφού ξεκίνησε η ταχύτατη διάδοση του άμεσου ανταγωνιστή του, του αυτοκινήτου. ζ) τρίτροχη μ. Πρόκειται για όχημα με τρεις τροχούς, το οποίο αποτελείται από μία μ. που δεν φέρει τον πίσω τροχό και το σύστημα ανάρτησης. Παράλληλα στο πλαίσιό της έχει εφαρμοστεί ένα ανοιχτό κιβώτιο ή ένα κλειστό κουβούκλιο, εφοδιασμένο με δύο τροχούς με ημιαξόνια, διαφορικό, μετάδοση κίνησης, με άξονα και σύνδεσμο Καρντάνο και αναρτήσεις τύπου αυτοκινήτου. Ο συνδυασμός αυτών των χαρακτηριστικών δημιουργεί ένα όχημα εμπορικής μεταφορικής ικανότητας που φθάνει περίπου τα 1.500 κιλά, περιορισμένου κόστους και με καλά προσόντα ευελιξίας. Στη σύγχρονη εποχή αυτά τα οχήματα έχουν ουσιαστικά καταργηθεί, υπάρχουν, όμως, κάποια μικρά σκούτερ, στα οποία το πίσω μέρος είναι μικρή πλατφόρμα φόρτωσης με δύο τροχούς και χρησιμοποιούνται για κοντινές, χαμηλού βάρους, μεταφορές. η) τετράτροχες μ. Αποτελούν ελαφρά οχήματα με αρχικά δίχρονο, αλλά σήμερα πλέον αποκλειστικά τετράχρονο κινητήρα, ο οποίος κινεί τον πίσω άξονα. Διαθέτουν τιμόνι μ., αλλά οι τέσσερις τροχοί εξασφαλίζουν πιο σταθερή συμπεριφορά. Η συνήθης ονομασία τους είναι ATV (All Terrain Vehicle) και αξιοποιούνται, κατά κύριο λόγο, για αναψυχή σε αμμουδερές παραλίες. Τεχνικά Χαρακτηριστικά. Η μ. αποτελείται από το πλαίσιο και το σύστημα ανάρτησης, από κινητήρα με κιβώτιο ταχυτήτων και όργανα μετάδοσης κίνησης από τιμόνι, σύστημα πέδησης, το οποίο ενεργεί και στους δύο τροχούς, από τη δεξαμενή καύσιμου, το κάθισμα και τα βοηθητικά όργανα. Το τμήμα, το οποίο χαρακτηρίζει βασικά τη μ. και καθορίζει την κατηγορία της είναι ο κινητήρας, ο οποίος, ανεξάρτητα από το αν είναι δίχρονος ή τετράχρονος, μπορεί να είναι μονοκύλινδρος ή πολυκύλινδρος. Οι δίχρονοι κινητήρες είναι απλούστεροι στην κατασκευή τους και φθηνότεροι, ταχύτεροι και με μεγάλες ιπποδυνάμεις σε μικρούς κυβισμούς, εκπέμπουν, όμως, μεγαλύτερη ποσότητα καυσαερίων (άρα οι μ. με δίχρονους κινητήρες έχουν συνήθως πολύ θορυβώδη εξάτμιση), γι’ αυτό και, με την πάροδο των ετών, περιορίστηκαν αρχικά στα σκούτερ και στη συνέχεια μόνο στα αγωνιστικά μοντέλα για μ. εκτός δρόμου, ενώ οι τετράχρονοι κινητήρες επικράτησαν στο σύνολο σχεδόν των μ. Ο κλασικός τετράχρονος πολυκύλινδρος κινητήρας αποτελούμενος από δύο, τρεις ή τέσσερις κυλίνδρους (ή σπανιότατα πέντε, ενώ υπήρξαν μοντέλα με έξι και με οκτώ κυλίνδρους) είναι κινητήρας πιο ισορροπημένος από τον μονοκύλινδρο, μεταδίδει λιγότερους κραδασμούς και εξασφαλίζει πιο άνετη και ξεκούραστη πορεία. Ο τυπικός κινητήρας μ., δίχρονος ή τετράχρονος, ήταν για πολύ καιρό ο μονοκύλινδρος, ο οποίος τυγχάνει ιδιαίτερης αποδοχής, επειδή διαθέτει αναμφισβήτητα προσόντα κατασκευαστικής απλότητας και ευχερούς συντήρησης, ενώ η χαρακτηριστική συμπεριφορά και το χαμηλό του βάρος τον καθιστά μοναδική επιλογή για τις μ. εντούρο και μότοκρος. Η ισχύς του κινητήρα εξαρτάται από τον κυλινδρισμό, από τον λόγο συμπίεσης (όγκος κυλίνδρου διά τον όγκο θαλάμου καύσης) και από τον αριθμό στροφών ανά λεπτό. Με έναν υψηλό λόγο συμπίεσης, η ισχύς είναι υψηλή, αλλά ο κινητήρας γίνεται λιγότερο ελαστικός και χρειάζεται κιβώτιο πολλών ταχυτήτων. Συνήθως ο λόγος συμπίεσης κυμαίνεται από 10 έως 11,5 για κινητήρες τουριστικής χρήσης, ενώ υπερβαίνει το 13 για κινητήρες αγώνων. Η μεγάλη πρόοδος της τεχνολογίας στους κινητήρες επέβαλε τη χρήση ελαφρύτερων κραμάτων (κυρίως τιτανίου) στην κατασκευή πολλών κινητών μερών (μπιέλες, βαλβίδες, κοκοράκια, εκκεντροφόροι, πιστόνια κλπ.) και την εφαρμογή πρωτοποριακών τεχνικών (όπως τα οβάλ πιστόνια με μεγαλύτερη επιφάνεια καύσης), έτσι ώστε να εξασφαλίζεται το χαμηλό βάρος της μ. και η σημαντική αύξηση της ιπποδύναμης. Σήμερα κυκλοφορούν μ. παραγωγής, με ιπποδυνάμεις ισότιμες αγωνιστικών μοντέλων, οι οποίες ξεπερνούν, τις περισσότερες φορές, τους 160 ίππους προσδίδοντας, σε μ. παραγωγής, ταχύτητες που ξεπερνούν τα 300 χλμ. \ώρα. Μια άλλη υποδιαίρεση των δίχρονων ή τετράχρονων κινητήρων συντελείται ανάλογα με τη διάταξη και τον αριθμό των κυλίνδρων, αφού υπάρχουν μονοκύλινδροι και πολυκύλινδροι κινητήρες, κάθετοι ή ελαφρά κεκλιμένοι προς τα εμπρός, μονοκύλινδροι και πολυκύλινδροι οριζόντιοι, δικύλινδροι αντικείμενοι (οι γνωστοί boxer της BMW), δικύλινδροι σε V με στροφαλοφόρο ας σημειωθεί άξονα παράλληλο προς τους άξονες των τροχών, δικύλινδροι σε V με διαμήκη στροφαλοφόρο άξονα, πολυκύλινδροι σε V διάταξη και εν γένει κινητήρες σε V διάταξη με ποικίλες γωνίες (45ο, 90ο κλπ.). Στις μ. παλαιότερων τύπων, στα σκούτερ και στα μοτοποδήλατα ο κινητήρας εσωτερικής καύσης εψύχετο από το ρεύμα αέρα, που προερχόταν από την ταχύτητα της πορείας, ή με αέρα ο οποίος έπρεπε να κυκλοφορήσει γύρω από τις πτερυγωτές επιφάνειες του κυλίνδρου, τις ψύκτρες, οι οποίες αρχικά κατασκευάζονταν –όπως και ο κινητήρας– από χυτοσίδηρο, αλλά αργότερα, καθώς η ισχύς άρα και η εκλυόμενη θερμότητα αυξήθηκαν, κυριάρχησαν τα κράματα αλουμινίου. Η ψύξη με νερό, η οποία αρχικά ήταν εξαιρετικά περίπλοκη, ξεκίνησε να εφαρμόζεται κυρίως στους δίχρονους αγωνιστικούς κινητήρες (οι οποίοι λόγω κατασκευής ανέβαζαν πολύ υψηλότερες θερμοκρασίες από τους τετράχρονους κινητήρες) αλλά τα τελευταία χρόνια, με την αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας, η ψύξη με νερό έχει σχεδόν κυριαρχήσει στους περισσότερους τύπους μ., ενώ υπάρχουν και κάποια υδρόψυκτα σκούτερ. Η μετάδοση κίνησης από τον κινητήρα στον κινητήριο τροχό διενεργείται μέσω μιας σειράς μηχανικών διατάξεων, οι οποίες είναι κατά σειρά: η πρωτεύουσα αλυσίδα (η γνωστή καδένα του εκκεντροφόρου), που συνδέει τον κινητήρα με τον συμπλέκτη, ο συμπλέκτης, ο οποίος μεταδίδει την κίνηση στο κιβώτιο ταχυτήτων, το οποίο επιτρέπει, με τις ταχύτητές του, να εκμεταλλευτούμε την ισχύ του κινητήρα και η δευτερεύουσα αλυσίδα, που μεταδίδει την κίνηση στον πίσω τροχό. Η πρωτεύουσα αλυσίδα μπορεί να αντικατασταθεί από ένα ζεύγος οδοντωτών τροχών, όταν οι άξονες του κινητήρα και του συμπλέκτη βρίσκονται σε πολύ κοντινή απόσταση, ενώ εναλλακτικές λύσεις στο ζήτημα της πρωτεύουσας μετάδοσης αποτελούν οι κάθετοι άξονες με κωνικά γρανάζια και ο ιμάντας. Ο συμπλέκτης ανήκει σχεδόν πάντοτε στον τύπο διά πολλαπλών δίσκων, στα μοτοποδήλατα, όμως, και σε ορισμένα σκούτερ μπορεί να είναι και αυτόματος. Το κιβώτιο ταχυτήτων, με οδοντωτούς τροχούς μέσα σε λουτρό ελαίου, περιλαμβάνει έως 6 ταχύτητες, ανάλογα με τον τύπο της μ. Η δευτερεύουσα ή κινητήρια αλυσίδα μπορεί να αντικατασταθεί από ένα σύστημα άξονα με συνδέσμους Καρντάνο (λύση, που κυριάρχησε για δεκαετίες στην κατασκευαστική φιλοσοφία της BMW) ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχουν μ., στις οποίες η κίνηση από το κιβώτιο ταχυτήτων μεταδίδεται στον πίσω τροχό με ειδικό οδοντωτό ιμάντα. Ο χώρος καύσης του μίγματος (κύλινδρος) επικοινωνεί με το περιβάλλον μέσω βαλβίδων, από τις οποίες είτε ρέει το μίγμα αέρα – καυσίμου (βαλβίδες εισαγωγής) είτε εξέρχονται τα καυσαέρια (βαλβίδες εξαγωγής). Οι πρώτες μ. διέθεταν ανά μία βαλβίδα στον κάθε κύλινδρο, ενώ αργότερα οι βαλβίδες έγιναν τέσσερις (δύο εισαγωγής και δύο εξαγωγής) και σε πολλά σύγχρονα μοντέλα οι βαλβίδες ανά κύλινδρο έγιναν πέντε (τρεις εισαγωγής –για μεγαλύτερη ποσότητα μείγματος στο θάλαμο καύσης– και δύο εξαγωγής στο σύστημα Genesis της Γιαμάχα)· υφίστανται βέβαια και ελάχιστα μοντέλα με οκτώ βαλβίδες ανά κύλινδρο. Το άνοιγμα των βαλβίδων στους τετράχρονους κινητήρες γίνεται από έναν ή περισσότερους εκκεντροφόρους, άξονες, δηλαδή, που πιέζουν με έκκεντρα (ή λοβούς) τις βαλβίδες για να ανοίξουν κατά περίπτωση. Το άνοιγμα επιτυγχάνεται είτε μέσω ενός ζυγώθρου (γνωστότερο ως κοκοράκι), είτε ενός ωστηρίου, το οποίο πιέζει το κοκοράκι, που με τη σειρά του πιέζει τη βαλβίδα. Τα έκκεντρα επιτυγχάνουν μόνο το άνοιγμα των βαλβίδων, γιατί το κλείσιμό τους πραγματοποιείται με τα ελατήρια τύπου συγκεντρικού ή τύπου παραμάνας. Η περιστροφή του ή των επικεφαλής εκκεντροφόρων αξόνων γίνεται με μία αλυσίδα, η οποία λαμβάνει κίνηση από τον κινητήριο άξονα (τον στρόφαλο) με τη μισή από αυτόν γωνιακή ταχύτητα. Σπανιότερα η κίνηση των εκκεντροφόρων γίνεται με γρανάζια (λύση ακριβείας, αλλά με υψηλό κατασκευαστικό κόστος) ή με οδοντωτούς ιμάντες (λύση περισσότερο εφικτή σε κινητήρες σε σχήμα V). Συναντώνται και πιο περίπλοκες, αλλά λιγότερο διαδεδομένες κατασκευές, όπως αυτή που υιοθετεί έναν μικρό άξονα, παράλληλο με τον κύλινδρο και εφοδιασμένο με ένα ζεύγος ελικοειδών οδοντωτών τροχών στα δύο άκρα (κωνικά γρανάζια), αλλά πρόκειται για λύσεις με υψηλό κατασκευαστικό κόστος. Μια πολύ περίπλοκη εφαρμογή, εξαιτίας της απόλυτης ακρίβειας που απαιτείται στον μηχανισμό, είναι ένας ειδικός έλεγχος του κλεισίματος των βαλβίδων, που ονομάζεται δεσμοδρομικός (Desmo), ο οποίος συνίσταται στο κλείσιμο των βαλβίδων με ένα δεύτερο κοκοράκι, το οποίο υποκαθιστά τα ελατήρια. Τα διαφορετικά διάκενα ρυθμίζονται με καπελότα, ενώ τα πλεονεκτήματα αυτής της λύσης είναι η ελαχιστοποίηση των φθορών, η εξοικονόμηση ενέργειας και το μεγαλύτερο εύρος ρύθμισης των εκκεντροφόρων, με αποτέλεσμα ο χρονισμός των μ. να καθίσταται ιδιαίτερα εκρηκτικός. Οι κατεξοχήν μ. με σύστημα μετάδοσης Desmo είναι οι Ducati. Το πλαίσιο είναι το σύμπλεγμα των σωλήνων και δοκίδων το οποίο, μαζί με το μπροστινό πιρούνι και το πίσω ταλαντευόμενο ψαλίδι, παρέχουν ευστάθεια και ομαλή συμπεριφορά στη μ. Το πλαίσιο μπορεί να κατασκευαστεί από χαλύβδινους σωλήνες ή από διαμορφωμένο χαλυβδόφυλλο, ενώ η εξέλιξη της έρευνας, πάνω στα πλαίσια των σύγχρονων μ., έχει προσφέρει θεαματικά αποτελέσματα. Σήμερα χρησιμοποιούνται πλαίσια φτιαγμένα από ελαφρά κράματα αλουμινίου, τα οποία εξασφαλίζουν χαμηλό βάρος, μεγάλη ακαμψία και μεγάλη ανοχή στις καταπονήσεις από τους καινούριους πανίσχυρους κινητήρες. Τα νέα πλαίσια δημιουργούνται σε πρωτοποριακούς σχεδιασμούς (όπως το χωροδικτύωμα, το delta box κλπ.) ενώ υπάρχουν και επαναστατικές ιδέες στη συνεργασία του πλαισίου με το σύστημα στήριξης του πίσω και εμπρός τροχού (διπλό πίσω ψαλίδι ή μονό, κινητήρας –μέρος του πλαισίου, σασί– ωμέγα με εμπρός ανάρτηση τύπου hub steering, σασί χτισμένο γύρω από τη μηχανή κλπ.). Η μπροστινή και η πίσω ανάρτηση ανήκαν πάντοτε στον τύπο με ελικοειδές ελατήριο και αμορτισέρ διπλής ή απλής ενέργειας. Παλαιότερα οι πίσω αναρτήσεις ήταν δύο, ενώ από τη δεκαετία του 1980 άρχισε να διαδίδεται η μονή ανάρτηση (monoshock, pro link, mono cross, unitrack κλπ.) ενός ελατηρίου, το οποίο εφαρμοσμένο στο κέντρο σχεδόν της μ. εξασφάλιζε ευστάθεια και καλή οδική συμπεριφορά, ιδιαίτερα σε ανώμαλο οδόστρωμα (εξάλλου αυτό το σύστημα εφαρμόστηκε αρχικά στις εκτός δρόμου μ.). Μετά από αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα εμφανίσθηκε το πίσω μονόμπρατσο ψαλίδι (pro arm, gull arm, swing arm κλπ.) στο οποίο βρισκόταν προσαρμοσμένη μονή ανάρτηση (όπως το σύστημα paralever της BMW κλπ.), σύστημα το οποίο εξασφάλιζε σταθερότητα και σχετικά χαμηλότερο βάρος. Στις εμπρός αναρτήσεις επικράτησε το τηλεσκοπικό πιρούνι με τα αμορτισέρ ελατηρίου - ελαίου - αερίου. Κάθε μία από τις δύο μπουκάλες της ανάρτησης αποτελείται από δύο σωλήνες, που ολισθαίνουν ο ένας στο εσωτερικό του άλλου. Ο εσωτερικός σωλήνας ονομάζεται καλάμι, ενώ ο εξωτερικός μπότα. Συνήθως οι μπότες συνδέονταν με τον τροχό, αλλά τα τελευταία χρόνια ανακαλύφθηκε το σύστημα upside down, στο οποίο ανεστράφησαν οι θέσεις και τα καλάμια συνδέονται με τον μπροστινό τροχό. Σήμερα το τηλεσκοπικό πιρούνι αποτελεί την επικρατέστερη μπροστινή ανάρτηση, για όλες σχεδόν τις μ., ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις πιο περίπλοκων και δαπανηρότερων συστημάτων (telelever της BMW, hub steering της Bimota, κλπ.)· τα τελευταία χρόνια αρκετές μπροστινές αναρτήσεις απέκτησαν και προφόρτιση (επιλογή σκληρότητας ανάρτησης από τον οδηγό της μ., σύστημα που αρχικά εφαρμόστηκε μόνο στις πίσω αναρτήσεις και είναι βασικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων μ. εντούρο). Το τιμόνι ανήκει στον τύπο με χειρολαβές και είναι, είτε μονοκόμματος σωλήνας, είτε αρθρωτό σύστημα από ελαφρά κράματα αλουμινίου (σύνηθες στις σύγχρονες εντούρο), είτε δύο μικροί αυτόνομοι σωλήνες (clip-ons) συνδεδεμένοι στην πλάκα που ενώνει τις εμπρός αναρτήσεις (σύστημα που εφαρμόζεται στις super sport μοτοσικλέτες). Στο τιμόνι βρίσκονται τοποθετημένα τα όργανα οδήγησης της μ., καθώς και τα όργανα ελέγχου, όπου η δεξιά λαβή (γκάζι) ελέγχει με περιστροφή το άνοιγμα της βαλβίδας τροφοδοσίας του καρμπιρατέρ (εξαεριωτή) και ο δεξιός χειρομοχλός (μανέτα) ελέγχει με ένα εύκαμπτο καλώδιο (ντίζα με συρματόσχοινο, αν το φρένο είναι ταμπούρο ή σωληνάκι ελαίου, αν είναι δισκόφρενο) το μπροστινό φρένο, ενώ ο αντίστοιχος αριστερός χειρομοχλός ελέγχει τον συμπλέκτη, μέσω ντίζας με συρματόσχοινο (πολύ πρόσφατα παρουσιάστηκαν μοντέλα με υδραυλικό έλεγχο του συμπλέκτη από το τιμόνι). Υπάρχουν ακόμη το πλήκτρο της κόρνας, ο διακόπτης των φώτων, οι διακόπτες των φλας, ο διακόπτης της μίζας, ο διακόπτης άμεσου σβησίματος του κινητήρα (kill switch) και συχνά ο μοχλός του τσοκ. Στις περισσότερες μ. ο χειρισμός του κιβώτιου ταχυτήτων γίνεται από πεντάλ στο αριστερό μέρος της μ., ενώ σε πολύ παλαιότερα μοντέλα υπήρχε χειρομοχλός, που επιτελούσε την αλλαγή των ταχυτήτων. Τα φρένα μπορούν να είναι με τύμπανο (ταμπούρο) ή με δίσκο (δισκόφρενα). Τα πρώτα έχουν σιαγόνες διά έκτασης και, ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζεται η μ., μπορούν να μεταβάλλονται από τα πιο απλά, με μία μόνο πλάκα που φέρει σιαγόνες, μέχρι τα πιο περίπλοκα, με δύο πλάκες και δύο έκκεντρα χειρισμού ανά πλάκα. Ο χειρισμός των φρένων διενεργείται απευθείας με έναν χειρομοχλό του μπροστινού και με ένα πεντάλ, μέσω εύκαμπτου καλωδίου ή μιας άκαμπτης ράβδου, του πίσω, σύστημα τοποθετημένο στη δεξιά πλευρά της μ. Τα φρένα με δίσκους υπόκεινται σε υδραυλικό χειρισμό και συνεπώς επιτρέπουν τον πολλαπλασιασμό της δύναμης που ασκείται από τον οδηγό· υπάρχουν και φρένα με διπλό δίσκο κυρίως για τον μπροστινό τροχό της μ. Με την πίεση του χειρομοχλού το υγρό συμπιέζει ένα υδραυλικό σύστημα με πιστόνι (δαγκάνες) το οποίο πιέζει δύο μεταλλικές πλάκες πάνω στον δίσκο. Στις σύγχρονες μ. τα δισκόφρενα έχουν επικρατήσει τόσο στον μπροστινό όσο και στον πίσω τροχό, ενώ τα ταμπούρο επιβιώνουν μόνο σε κάποιους τύπους μικρών σκούτερ. Υπάρχουν δαγκάνες με περισσότερα από ένα πιστόνια (μέχρι εξαπίστονες), ενώ για καλύτερη απόδοση ο εύκαμπτος σωλήνας με το υγρό του φρένου κατασκευάζεται από ειδικά υλικά και καλύπτεται με μεταλλικό περίβλημα (σωλήνας υψηλής πιέσεως). Η πιο σύγχρονη τεχνολογική προσθήκη στα φρένα είναι τα συστήματα ABS για την αποφυγή μπλοκαρίσματος των τροχών, συστήματα τα οποία προορίζονται περισσότερο για χρήση σε άσφαλτο και όχι χώμα, όπου το ABS μπορεί να αποβεί καταστροφικό για την ευστάθεια της μ. Οι ζάντες των τροχών της μ. κατασκευάζονται από χάλυβα ή από ελαφρό κράμα αλουμινίου και, είτε διαθέτουν ακτίνες, είτε είναι χυτές σε ένα ενιαίο σώμα. Οι ακτινωτές ζάντες χρησιμοποιούνται σήμερα σε μ. εντούρο, μότοκρος και on off, παρουσιάζοντας άριστη απόδοση σε ανώμαλο έδαφος. Οι συμπαγείς ζάντες αλουμινίου χρησιμοποιούνται κυρίως σε μοντέλα για ασφάλτινη χρήση, αφού είναι πιο στιβαρές και προσδίδουν στη μ. μεγαλύτερη ακαμψία και σταθερότητα στις υψηλές ταχύτητες. Τα μπροστινά ελαστικά, τα οποία κατευθύνουν τη μ. είναι συνήθως πέλμα με ραβδώσεις, ενώ τα πίσω φέρουν σχέδιο μικρών αυλακώσεων, οι οποίες έχουν σχεδιαστεί και κοπεί κατά διάφορους τρόπους. Υφίστανται και τύποι ελαστικών, που σχετίζονται απόλυτα με τη χρήση για την οποία προορίζεται η μ. Έτσι, για πορεία σε οποιοδήποτε έδαφος τα ελαστικά έχουν σχετικά μεγάλα αυλάκια, ώστε να επιτυγχάνεται η πρόσφυση σε εδάφη λασπωμένα και μαλακά, ενώ για υψηλές ταχύτητες έχουν διατομή μελετημένη, ώστε να διασφαλίζεται ικανοποιητική επιφάνεια στήριξης, έστω και όταν η μ. είναι κεκλιμένη, γι’ αυτό και τα συγκεκριμένα ελαστικά έχουν ελάχιστες αυλακώσεις έως καθόλου. Καθώς η χρήση των μ. σε μικτά πεδία (σε άσφαλτο και σε χώμα) επεκτάθηκε τα τελευταία χρόνια κατασκευάζονται διάφορα ελαστικά, με μεγαλύτερη ή μικρότερη απόδοση στο κάθε είδος εδάφους (παραδείγματος χάριν, 30% χώμα και 70% άσφαλτο). Χαρακτηριστικό των μ. είναι η χρήση ελαστικών με διαφορετικές διατομές στους δύο τροχούς, οπότε παρέχεται καλύτερη προσαρμογή στα φερόμενα φορτία. Η δεξαμενή του καυσίμου βρίσκεται τοποθετημένη σε ψηλότερο επίπεδο από το καρμπυρατέρ, με σκοπό η τροφοδοσία να συντελείται με τη βαρύτητα· ένας κατάλληλος διακόπτης επιτρέπει τη διακοπή της τροφοδοσία, όταν η μοτοσικλέτα είναι ακινητοποιημένη. Το κάθισμα (η σέλλα), για ένα ή δύο άτομα, έχει ένα στρώμα από ελαστικό υλικό επενδυμένο από δέρμα ή πλαστικό, ενώ υπάρχουν καθίσματα ειδικά μελετημένα για πολύωρη και ξεκούραστη χρήση. Αρχικά ο εξοπλισμός της μ. με όργανα παρουσίαζε σημαντικές ελλείψεις –για λόγους βάρους και χώρου– περιλαμβάνοντας μόνο τα βασικά, όπως το ταχύμετρο, το στροφόμετρο, και σπάνια, το αμπερόμετρο. Σήμερα οι μ. έχουν εφοδιασθεί με πλήθος οργάνων (όπως ο δείκτης καυσίμου, το θερμόμετρο, ο δείκτης λαδιού, ο δείκτης ενεργοποίησης ABS, η φωτεινή ένδειξη των ταχυτήτων κλπ.), τα οποία παρέχουν πολλές και πρακτικές πληροφορίες στον οδηγό (πολλά από αυτά τα όργανα είναι ψηφιακά σε οθόνες υγρών κρυστάλλων) ενώ εξαιρετικά χρήσιμα αποδεικνύονται και τα trip computers, όργανα που συλλέγουν πληροφορίες για το ταξίδι και τις διανυθείσες αποστάσεις. Άλλα βοηθητικά όργανα είναι οι καθρέπτες, ο σιγαστήρας της εξάτμισης (ο οποίος στις σύγχρονες μ. έχει μελετηθεί ενδελεχώς, ώστε να περιοριστούν οι εκπομπές θορύβου –το όριό τους έχει καθοριστεί στα 80 ντεσιμπέλ- ενώ σε πολλά μοντέλα ταχύτατων μ. ενεργοποιείται ηλεκτρονική διαχείριση του σιγαστήρα, ώστε αυτός να ανοίγει προοδευτικά στις υψηλές στροφές και να λειτουργεί με μεγαλύτερη απόδοση ο κινητήρας), οι σωλήνες προστασίας της μηχανής σε περίπτωση πτώσης, ο μοχλός στερέωσης της μ. (stand) ο οποίος είναι είτε μονός είτε διπλός είτε και τα δύο μαζί, το μπροστινό αεροδυναμικό κάλυμμα (φέρινγκ) και αλεξήνεμο (παρμπρίζ διάφορων τύπων) με το ανώτερο τμήμα διαφανές και σε διάφορα ύψη (σε πολλές μ. μάλιστα το ύψος του παρμπρίζ είναι ηλεκτρικά ρυθμιζόμενο με διακόπτη). Το σύστημα φωτισμού αποτελείται από έναν προβολέα εμπρός με τρεις σκάλες φωτισμού και από δύο κόκκινα πίσω φώτα (το ένα ενώνεται με την πέδηση της μ.)· αυτές οι λάμπες αντλούν ηλεκτρικό ρεύμα 12 βολτ από τη μαγνητοηλεκτρική μηχανή ή από έναν συσσωρευτή. Ενώ για το αυτοκίνητο η ανάφλεξη με σπινθηριστή (μπουζί) είναι γενική από δεκαετίες, στα διάφορα είδη μ. υφίσταται μεγαλύτερη ποικιλία εγκαταστάσεων. Ο σπινθηριστής του κλασικού σχήματος χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο (σήμερα είναι ο κανόνας), όπως ο εναλλάκτης στη θέση του δυναμό. Στους πολυκύλινδρους κινητήρες επιλέγεται η τοποθέτηση επαφών σε ζεύγη και επαγωγικά πηνία (πολλαπλασιαστές), ένα για κάθε κύλινδρο, ενώ δεν προτιμάται ο διανομέας με την περιστρεφόμενη ψύκτρα. Για τους μικρούς κυλινδρισμούς και για τους δίχρονους κινητήρες χρησιμοποιείται η μαγνητοηλεκτρική μηχανή, ένας εναλλάκτης, δηλαδή, τοποθετημένος απευθείας στον κινητήριο άξονα, ο οποίος εκμεταλλεύεται σαν σφόνδυλο το βάρος του μαγνήτη, περιλαμβάνοντας ακόμη τις επιπλατινωμένες ακίδες του διακόπτη. Το πηνίο υψηλής τάσης βρίσκεται συνήθως εξωτερικά τοποθετημένο, για να μην υποβάλλεται στη θερμότητα του κινητήρα. Η ηλεκτρονική ανάφλεξη έχει υιοθετηθεί από όλους τους τύπους μ., αποτελώντας κανόνα πλέον στη σύγχρονη εποχή. Η χρήση του μαγνήτη έχει εγκαταλειφθεί, γιατί δεν λειτουργεί με ακρίβεια στις υψηλές στροφές. Η εκκίνηση πραγματοποιείται με την κίνηση ενός κατάλληλου πεντάλ, με ελατήριο επαναφοράς μόνο σε σκούτερ μικρού κυβισμού, εντούρο και μότοκρος μ. Στις σύγχρονες μ. επικρατεί η τάση να εφοδιάζονται σχεδόν όλες, ανεξαρτήτως κινητήρα, με ηλεκτρική εκκίνηση αυτοκινητικού τύπου (μίζα), κάτι που παλαιότερα ίσχυε μόνο στην περίπτωση των πολυκύλινδρων κινητήρων, ενώ σήμερα εφαρμόζεται ακόμη και σε μεγάλους μονοκύλινδρους κινητήρες. Δεν λείπουν πάντως οι τύποι με δυναμό-κινητήρα, δηλαδή συσκευές που λειτουργούν ως γεννήτριες ρεύματος, αν τεθούν σε περιστροφή (δυναμό), ή ως κινητήρες, αν τροφοδοτηθούν από τον συσσωρευτή. Τα καρμπιρατέρ των μ. διαφέρουν από αυτά των αυτοκινήτων σε μερικές λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα στη βαλβίδα τροφοδοσίας του καρμπιρατέρ, που ανήκει στον τύπο διά θυρίδας αντί διά πεταλούδας. Σήμερα χρησιμοποιούνται καρμπυρατέρ μονοκόμματα, στη βάση των οποίων βρίσκονται τοποθετημένα ελαστικά, ενώ ορισμένες κατασκευάστριες εταιρείες έχουν υιοθετήσει καρμπυρατέρ με υποπίεση, όπου η κίνηση της βαλβίδας γίνεται με μία μεμβράνη ευαίσθητη στις μεταβολές πίεσης, που παράγονται στον αγωγό εισαγωγής. Η τροφοδοσία με έγχυση χρησιμοποιείτο παλιά μόνο σε κινητήρες αγώνων, στα σάιντκαρς. Σήμερα τα πιο εξελιγμένα μοντέλα μ. διαθέτουν σύστημα τροφοδοσίας με ψεκασμό (injection), στο οποίο μια εδική αντλία ψεκάζει το μίγμα αέρα – καυσίμου πίσω από τον αυλό των βαλβίδων εισαγωγής, ενώ υπάρχουν και συστήματα άμεσου ψεκασμού, όπου ο ψεκασμός γίνεται κατευθείαν στον θάλαμο καύσης. Το σύστημα ψεκασμού υπερτερεί του καρμπυρατέρ, γιατί προκαλεί χαμηλότερη έκλυση ρύπων και στο άμεσο μέλλον σχεδόν όλες οι μ. (ακόμη και τα σκούτερ των 50 κ. εκ.) θα έχουν παρόμοιο σύστημα τροφοδοσίας. Αν και έχει δοκιμαστεί σε μοντέλα παραγωγής και το σύστημα turbo, η εξέλιξή του δεν συντελέστηκε σε ικανοποιητικό βαθμό. Σε εντελώς πειραματικό στάδιο έχουν δοκιμαστεί συστήματα υπερτροφοδοσίας του κινητήρα με νίτρο, τα οποία επιτυγχάνουν θεαματική αύξηση της ιπποδύναμης (συχνά ως 300 ίππους) αλλά κάτι τέτοιο δεν εμφανίζεται σε μ. παραγωγής. Η λίπανση των τετράχρονων κινητήρων πραγματοποιείται, όπως στα αυτοκίνητα, με μία αντλία που αποστέλλει το λάδι υπό πίεση στα έδρανα του στροφαλοφόρου, στα κομβία των διωστήρων και από εκεί στις πλευρές του κυλίνδρου. Κατάλληλες σωληνώσεις φέρουν απευθείας το λάδι στον εκκεντροφόρο άξονα και στα υπόλοιπα όργανα διανομής. Το λάδι μπορεί να βρίσκεται στο κάτω μέρος του ελαιοδοχείου του κινητήρα ή σε ένα διαφορετικό δοχείο (κινητήρες ξηρού κάρτερ), τυπικό της αγγλικής παραγωγής. Στους δίχρονους κινητήρες η λίπανση γίνεται με μείγμα λαδιού και βενζίνης. Κοινή έχει γίνει η λίπανση με αντλία λαδιού μεταβλητής παροχής, η οποία ρυθμίζεται από τον μοχλό της τροφοδοσίας· στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας το λάδι αναρροφάται από ένα κατάλληλο δοχείο και αποστέλλεται υπό πίεση στα έδρανα του στροφαλοφόρου, στον διωστήρα και στις πλευρές του κυλίνδρου. Σε μη υδρόψυκτες μ. έχουν δημιουργηθεί ειδικά ψυγεία λαδιού, ενώ σε πολλά μοντέλα το λάδι διοχετεύεται μέσα από τους σωλήνες του σκελετού για να ψύχεται καλύτερα. Τέλος, το καύσιμο των μ. είναι η βενζίνη (απλή ή σούπερ), ενώ τα τελευταία χρόνια όλες οι μ. παραγωγής έχουν εφοδιασθεί με καταλύτες, ώστε να επιτελείται η καύση, αποκλειστικά και μόνο, αμόλυβδης βενζίνης. Αγώνες. Η αθλητική δραστηριότητα με μ. έχει αγωνιστικό χαρακτήρα. Στους αγώνες συνδυάζεται η ικανότητα του οδηγού με την ισχύ της μ. για την επίτευξη ρεκόρ ταχύτητας, δεξιοτεχνίας, αντοχής κλπ. Ιστορία Αγώνων. Αρχικά, οι αγώνες μ. έμοιαζαν πολύ με τους αγώνες αυτοκινήτων, εφόσον δεν υπήρχε σαφής διάκριση μεταξύ μ. και αυτοκινήτου και οι αγώνες αφορούσαν οποιοδήποτε όχημα με κινητήρα. Εξάλλου πολλά από τα οχήματα εκείνης της εποχής βρίσκονταν σε ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στο αυτοκίνητο και στη μ. Ο πρώτος αγώνας που έθεσε αντιμέτωπες δύο πραγματικές μ. έγινε στη διαδρομή Παρίσι - Μπορντό, στις 11 Ιουνίου 1895. Οι δύο αντίπαλες μηχανές είχαν κατασκευαστεί από τον Γάλλο Μιγιέ και τους Γερμανούς Βόλφμιλερ και Χίλντεμπραντ. Το 1896 η παρισινή εφημερίδα Velo οργάνωσε τον πρώτο αγώνα για δίτροχα οχήματα με κινητήρα, στον δρόμο της Αμπλίς, μετά την ολοκλήρωση του οποίου οι αγώνες μ. πολλαπλασιάστηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε στις 15 Ιουνίου 1897 διεξήχθη στο Λονσάν το πρωτάθλημα γυναικών της Γαλλίας, στη διάρκεια του οποίου η Λέα Λεμουάν νίκησε δέκα άλλες αθλήτριες· την ίδια περίοδο η Ρενέ Ντιβόν κατετάγη τέταρτη στον αγώνα Μασσαλία - Νίκαια, το 1898. Στο ίδιο έτος ανάγεται χρονολογικά και η πρώτη επιτυχής προσπάθεια επίτευξης ρεκόρ, όταν ο Γάλλος Λεονάρ διένυσε το χιλιόμετρο μετά φοράς σε 1’52’’ με μ. Βέρνερ. Ανάμεσα στο 1902 και στο 1904, το εργαστήριο Γκριφόν και ο μηχανικός Φουρνιέ κατασκεύασαν στη Γαλλία τις πρώτες μηχανές με αγωνιστικά χαρακτηριστικά, ικανές να υπερβούν τα 100 χλμ. /ώρα. Με τις μηχανές αυτές κατέστη δυνατή η οργάνωση αγώνα για την απονομή του Tourist Trophy από τη Βρετανική Λέσχη Μοτοσικλέτας, αγώνας που διεξήχθη το 1907 στο νησί Μαν (το συγκεκριμένο νησί, αξιοποιώντας ένα παλαιότερο προνόμιο αποτελεί τη μοναδική βρετανική περιοχή, στην οποία επιτρέπεται ο αποκλεισμός των δημόσιων δρόμων για τη διεξαγωγή αγώνων). Νικητής ανεδείχθη ο Άγγλος Κόλιερ με μέση ταχύτητα 62 χλμ. /ώρα, ενώ έκτοτε το Tourist Trophy θεωρείται η αφετηρία και η βάση ανάπτυξης όλων των αγώνων μ. Το 1911 ιδρύθηκε στο Μιλάνο η Ιταλική Λέσχη Μ. (η οποία μετατράπηκε το 1946, σε Ιταλική Μοτοσικλετιστική Ομοσπονδία) και το 1913 οργανώθηκε ο Audax, ο πρώτος αγώνας μεγάλης απόστασης στην Ιταλία. Την ίδια χρονιά, χάρη στις ενέργειες των Άγγλων φιλάθλων, συστάθηκε ένας εκτενής αγώνας αντοχής με τον τίτλο Έξι Διεθνείς Ημέρες. Οι αγώνες.Οι αγώνες μ. διεξάγονται σε σιρκουί ταχύτητας σε ευθεία γραμμή ή σε μεικτά σιρκουί με πολλές κλειστές στροφές. Συνήθως επιλέγεται η δεύτερη κατηγορία, επειδή παρέχει μεγαλύτερες δυνατότητες δοκιμασίας οδηγών και μηχανών στις πολυάριθμες στροφές που χαρακτηρίζουν τις συγκεκριμένες πίστες. Οι συμμετέχοντες οδηγοί πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με άδεια οδήγησης ορισμένου τύπου μηχανής, στα πλαίσια μιας διαδρομής με ορισμένα χαρακτηριστικά. Οι αγώνες των μ. υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, οι οποίες αναφέρονται στον κυλινδρισμό, δηλαδή στη χωρητικότητα σε κυβικά εκατοστά του κινητήρα, στο είδος των μ. (superbikes, motocross, enduro, trial κλπ.) κ.α. Ο πρώτος τύπος είναι οι γκραν - πρι, όπου κατατάσσονται μ. υποψήφιες στα παγκόσμια πρωταθλήματα για κατασκευαστές ή για οδηγούς. Είναι οι πιο τελειοποιημένες και ισχυρές μ., ενώ συνιστούν και αντικείμενα πειραματισμού των πιο πρωτοποριακών κατασκευαστικών τεχνικών λύσεων. Οι αγώνες μ. περιλαμβάνουν αγώνες ταχύτητας, αντοχής, δεξιοτεχνίας, διαδρομές, προσπάθειες ρεκόρ, αγώνες μότοκρος. Στους αγώνες ταχύτητας νικητής είναι εκείνος, που διανύει μια ορισμένη απόσταση στον λιγότερο δυνατό χρόνο. Οι αγώνες ταχύτητας μπορεί να διεξάγονται σε πίστες αυτοκινητοδρομιών ή σε σιρκουί, όπου επαναλαμβάνεται ορισμένες φορές η διαδρομή, σε καθορισμένες οδικές αρτηρίες, κλειστές στην κυκλοφορία. Σε αυτήν την κατηγορία συγκαταλέγονται οι αγώνες αναβάσεων, σε πατημένο χώμα, σε διαδρομές με κατάστρωμα από λάσπη ή από σκωρίες (speedway), σε πίστες από ξύλο ή τσιμέντο, με καμπύλες ισχυρά υπερυψωμένες ή εκτός οδών. Ο τελευταίος τύπος αγώνων ταχύτητας ονομάζεται μοτοκρός και διεξάγεται σε ανώμαλα εδάφη με χαντάκια, αναβάσεις, καταβάσεις, λάκκους, τέλματα κλπ. Μια επιπλέον υποδιαίρεση των αγώνων είναι αυτή σε ατομικούς και ομαδικούς αγώνες μ. Οι αγώνες κανονικότητας είναι εκείνοι στους οποίους το κριτήριο κατάταξης βασίζεται στην ακριβή τήρηση ομοιόμορφης πορείας, με προκαθορισμένη ταχύτητα, όχι ανώτερη από εκείνη που προβλέπεται για την οδική κυκλοφορία και σε καθορισμένες διαδρομές (αυτή η κατηγορία αγώνων δεν είναι πλέον ιδιαίτερα δημοφιλής). Στους αγώνες δεξιοτεχνίας το κριτήριο κατάταξης βασίζεται στον ελάχιστο χρόνο, που απαιτείται για να διανυθεί μια σύντομη διαδρομή, επί της οποίας βρίσκονται τοποθετημένα εμπόδια διάφορων τύπων. Κάθε λάθος, που οφείλεται στην ατελή διάβαση ενός εμποδίου, μεταφράζεται σε ορισμένους βαθμούς ποινής. Αγώνες δεξιοτεχνίας διεξάγονται ακόμα και σε εξαιρετικά ανώμαλο έδαφος, οπότε η σημασία τους έγκειται στην υπέρβαση των εμποδίων, αφού ο απαιτούμενος χρόνος είναι καθορισμένος· η κατάταξη γίνεται βάσει του αριθμού των ποινών (Trial). Κατά τη διάρκεια των αγώνων μ., ρεκόρ μπορούν να επιτευχθούν σε μεγάλες αποστάσεις, πολλαπλάσια των 5.000 χλμ. ή μιλίων· εξ αυτών τα ρεκόρ που αναγνωρίζονται αφορούν τα χιλιόμετρα (ή μίλια) τα οποία διατρέχονται σε 1-12 ή σε 24 ώρες. Μπορούν να επιτευχθούν ρεκόρ για μακρύτερους χρόνους, πολλαπλάσιους των 24 ωρών· το ρεκόρ που έχει επιτευχθεί αναγνωρίζεται και με βάση την κλάση, στην οποία ανήκει η μοτοσικλέτα που χρησιμοποιήθηκε. Οι κατηγόριες αγώνων μ. σε παγκόσμιο επίπεδο χωρίζονται σε: α) Moto GP ή παγκόσμιο πρωτάθλημα Γκραν Πρι. Πρόκειται για την κορυφαία κατηγορία αγώνων ταχύτητας, στην οποία συμμετέχουν μ. μέχρι 990 κ. εκ., τετράχρονες ή δίχρονες, οι οποίες είναι πρωτότυπες, αποτελούν, δηλαδή, εργοστασιακές κατασκευές που συγκεντρώνουν όλες τις καινοτομίες της τεχνολογίας και δεν συνιστούν μοντέλα παραγωγής. Το GP έχει άλλα δύο σκέλη για μοτοσικλέτες διαφορετικού κυβισμού, εκ των οποίων το ένα είναι για μ. μέχρι 250 κ. εκ. και το άλλο για μ. μέχρι 125 κ. εκ. β) Παγκόσμιο πρωτάθλημα SBK (superbike). Σε αυτόν τον αγώνα συμμετέχουν μ. με κυβισμό μέχρι 1.000 κ. εκ., τετράχρονες ή δίχρονες, αλλά πρόκειται για μοντέλα παραγωγής με βελτιώσεις και παρεμβάσεις σε ορισμένα, σαφώς καθορισμένα, πεδία. γ) Παγκόσμιο πρωτάθλημα super sport. Πρόκειται για αγώνες μ., όπου συμμετέχουν τετρακύλινδρες με κυβισμό έως 600 κ. εκ., ή δικύλινδρες έως 750 κ. εκ., όλες μοντέλα παραγωγής με περιορισμένες παρεμβάσεις και βελτιώσεις. δ) Παγκόσμιο πρωτάθλημα ΜΧ (motocross). Αγώνες μηχανών motocross, σε προσχεδιασμένες πίστες, με εμπόδια διαφορετικών βαθμών δυσκολίας. Οι κατηγορίες είναι 125 και 250 κ. εκ., καθώς και open (ανεξαρτήτως κυβισμού). Ο καινούργιος κανονισμός, που αφορά αυτήν την κατηγορία, έχει μόνο δύο σκέλη, όπου στο ένα προβλέπεται η συμμετοχή τετράχρονων μ. με κυβισμούς έως 450 κ. και δίχρονων με κυβισμούς έως 250 κ. εκ., ενώ στο άλλο σκέλος τετράχρονες έως 250 κ. εκ. και δίχρονες έως 125 κ. εκ. ε) Παγκόσμιο πρωτάθλημα ΤRIAL. Αγώνες ικανοτήτων με ελαφρές μοτοσικλέτες, έως 250 κ. εκ, οι αναβάτες των οποίων καλούνται να υπερπηδήσουν εξαιρετικά δύσκολα εμπόδια, τα οποία είτε είναι κατασκευές σε κλειστή πίστα (indoor trial) είτε είναι φυσικά εμπόδια στο βουνό (outdoor trial). στ) Παγκόσμιο Πρωτάθλημα super cross. Πρόκειται για αγώνες motocross σε κλειστή προκατασκευασμένη πίστα, με ελεγχόμενα εμπόδια. ζ) Παγκόσμιο πρωτάθλημα enduro. Πρόκειται για αγώνες σε χωματόδρομους, οι οποίοι χωρίζονται σε απλές διαδρομές (ο οδηγός πρέπει να τις εκτελέσει σε προκαθορισμένο χρόνο) και σε ειδικές διαδρομές (ο οδηγός τις εκτελεί με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο και χωρίς πτώσεις, που μπορεί να του στοιχίσουν εκτός από χρόνο και βαθμούς ποινής) και στο τέλος αθροίζονται οι βαθμοί που έχει συγκεντρώσει κάθε αγωνιζόμενος. Οι μ. που συμμετέχουν ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με τον κυβισμό τους. η) Παγκόσμιο πρωτάθλήμα endurance. Πρόκειται για αγώνες ταχύτητας και αντοχής, που διεξάγονται σε κλειστές πίστες και συμμετέχουν μ. όπως στο πρωτάθλημα SBK. Οι αγώνες χωρίζονται σε 6άωρους, 8ώρους, 12ώρους και 24ωρους, ενώ οι αναβάτες εναλλάσσονται. θ) Παγκόσμιο πρωτάθλημα supermoto. Πρόκειται για αγώνες ταχύτητας σε πίστα όπου συμμετέχουν μ. τύπου supermoto (δηλαδή εντούρο ή μότοκρος με αλλαγές τους τροχούς, στις αναρτήσεις στα φρένα και στη γεωμετρία). ι) Rally Raid. Πρόκειται για αγώνες μ. και αυτοκινήτων, στη διάρκεια των οποίων οι οδηγοί καλύπτουν τεράστιες αποστάσεις (που μπορούν αν φτάσουν αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα) συνήθως σε έρημους και εξωτικά τοπία και σε περιοχές όπως το Μαρόκο, η Τυνησία, τα Εμιράτα, η κεντρική Ασία. Αναμφίβολα ο πλέον διάσημος αυτών των αγώνων είναι το ράλι Paris – Dakar. Στους αγώνες αυτούς συμμετέχουν μεγάλες on –off μ. παραγωγής, με πολλές βελτιώσεις και τεχνολογικές μετατροπές. ια) Αγώνες Dragster. Πρόκειται για αγώνες ταχύτητας, με σκοπό την κάλυψη 400 μέτρων, στον συντομότερο δυνατό χρόνο. Συμμετέχουν βελτιωμένες μ. σε διάφορες κατηγορίες και δεν υπάρχει παγκόσμιο πρωτάθλημα, παρά μόνο τοπικά πρωταθλήματα. ιβ) Αγώνες σκούτερ. Τοπικοί αγώνες με κατηγορίες σκούτερ, ανάλογα με τον κυβισμό. Πρόκειται για πολύ δημοφιλείς αγώνες, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, που η αγορά των σκούτερ γνωρίζει πρωτοφανή άνθηση. Πάνω, η μοτοσικλέτα του Γάλλου Φελίξ Μεγιέ (1893) με αστεροειδή κινητήρα στο κέντρο του τροχού. Στη μέση, η μοτοσικλέτα Ντε Ντιου Μπουτόν (1895), εφοδιασμένη με τον πρώτο τύπο ηλεκτρικού σπινθηριστή. Κάτω, ένα γερμανικό τρίκυκλο με κινητήρα, κατασκευασμένος στις αρχές του 20ού αι. Μοτοσικλέτα Μπιάνκι του 1912, με μονοκύλινδρο κινητήρα 498 cm3 και μετάδοση κίνησης με ιμάντα (Μουσείο Επιστήμης και Τεχνικής, Μιλάνο). Μοτοσικλέτα Ντέλα Φερέρα, με δικύλινδρο κινητήρα 500 cm3 και μετάδοση κίνησης με ιμάντα (Μουσείο Επιστήμης και Τεχνικής, Μιλάνο). Μοτοσικλέτα Γκαρέλι του 1919, δικύλινδρη 349,50 cm2 χωρίς βαλβίδες και με μετάδοση κίνησης με αλυσίδα (Μουσείο Επιστήμης και Τεχνικής, Μιλάνο). Μοτοσικλέτα Μότο Γκούτσι του 1925, σε μονοκύλινδρο κινητήρα 500 cm3 (Μουσείο Επιστήμης και Τεχνικής, Μιλάνο). Τέσσερις φημισμένοι τύποι μοτοσυκλέτας μεγάλου κυλινδρισμού, δημιοργήματα ευρωπαϊκής και ιαπωνικής βιομηχανίας. Εδώ, η V7 Σπέσιαλ. Η μοτοσυκλέτα της BSA η Rocket 3. Η μοτοσυκλέτα της BMW η R 75/5. Η Ιαπωνική Χόντα μοτοσυκλέτα CB 750. Το μοντέλο Azul 2 (φωτ. Derbi). Το μοντέλο NEGRA2 (φωτ. Derbi). Η μοτοσυκλέτα Rev 3-1 (φωτ. Beta). Μοντέλο VRSCA V-ROD της Harley Davidson (φωτ. Harley Davidson). Η μοτοσυκλέτα F4SB3 (φωτ. MVAGUSTA). Η μοτοσυκλέτα MITO GR (φωτ. CAGIVA). Μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού 6 RAP7 8 (φωτ. CAGIVA). Μοντέλο FLHTCUI της Harley Davidson (φωτ. Harley Davidson). Μοντέλο GSX1300R της SUZUKI (φωτ. SUZUKI). Μοντέλο LC4 SM (φωτ. ΚΤΜ). Μοντέλο SX 50 LC Pro Senior (φωτ. ΚΤΜ). Μοντέλο LT80 της SUZUKI (φωτ. SUZUKI). Μοντέλο Enjoy της Aprillia (φωτ. Aprillia). Μοντέλο ΚΑΠΟΝΟΡΝΤ ETV της Aprillia (φωτ. Aprillia). Μοτοσυκλέτα Eikon 4T-1 (φωτ. Beta). Μοντέλο ΜΟΤΖΙΤΟ ΚΑΣΤΟΜ της Aprillia (φωτ. Aprillia). Γάντι μοτοσυκλετιστή (φωτ. KTM). Εξάρτημα μοτοσυκλέτας, γρανάζια (φωτ. KTM). Δισκόπλακα φρένων, εξάρτημα μοτοστκλέτας (φωτ. KTM). Μπουφάν μοτοσυκλετιστή, ένα από τα χαρακτηριστικά αξεσουάρ (φωτ. KTM). Ντεπόζιτο εξάρτημα μοτοσυκλέτας ΚΤΜ (φωτ. KTM). Παντελόνι μοτοσυκλετιστή, ένα από τα βασικά αξεσουάρ (φωτ. KTM). Το αμορτισέρ, ένα από τα εξαρτήματα μοτοσυκλέτας (φωτ. KTM). Η εξάτμιση, εξάρτημα μοτοσυκλέτας (φωτ. KTM). Εργαλειοθήκη ένα από τα εξαρτήματα μοτοσυκλέτας (φωτ. KTM). Από τα κύριως βασικά αξεσουάρ μοτοσυκλετιστή αποτελεί το κράνος (φωτ. KTM). Ανάρτηση από μοντέλο της Harley Davidson (φωτ. Harley Davidson). Γρανάζι κίνησης από μοντέλο της Harley Davidson (φωτ. Harley Davidson). Δύο κύλινδροι σε V διαμήκεις. Πίνακας ελέγχου μοτοσυκλέτας (φωτ. MVAGUSTA). Μοντέλο εντούρο WR 250 1 (φωτ. HUSQVARNA).
* * *
η
βλ. μοτοσυκλέτα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μοτοσικλέτα — η (λ. γαλλ.), βενζινοκίνητο δίτροχο όχημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυτοκινητοποδήλατο — το η μοτοσικλέτα …   Dictionary of Greek

  • δίκυκλος — ο (AM δίκυκλος, ον) (για σχήματα) αυτός που έχει δύο τροχούς νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το δίκυκλο α) το ποδήλατο β) η μοτοσικλέτα …   Dictionary of Greek

  • κινητήρας — Μηχανή η οποία παράγει μηχανική ενέργεια απορροφώντας ενέργεια άλλης μορφής, συνηθέστερα θερμική, ηλεκτρική ή υδραυλική. Η ποσότητα της απορροφώμενης ενέργειας είναι πάντοτε μεγαλύτερη από την ποσότητα της παραγόμενης, εξαιτίας των απωλειών που… …   Dictionary of Greek

  • μοτοσυκλέτα — και μοτοσικλέτα η τεχνολ. δίτροχο ή, σπανιότερα, τρίτροχο επιβατικό μηχανοκίνητο όχημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. motocyclette < γαλλ. moto (< moteur «κινητήρας») + cyclette (< bicyclette «ποδήλατο»)] …   Dictionary of Greek

  • Βίνσεντ, Τζιν — (Gene Vincent, Νόρφολκ, Βιρτζίνια 1935 – Νιούχολ, Καλιφόρνια 1970). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Αμερικανού τραγουδιστή Βίνσεντ Γιουτζίν Κράντοκ (Vincent Eugene Craddock). Πρωτοπόρος του ροκ εν ρολ, με ένα και μόνο τραγούδι του, το Be Bop A Lula,… …   Dictionary of Greek

  • ποπ-αρτ — (pop art). Σύντμηση του popular art, που καθορίζει την καλλιτεχνική τάση, η οποία δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ λίγο πριν το 1955 από μια αναβίωση του ντανταϊσμού (από όπου προέρχεται και ο χρησιμοποιούμενος σε ορισμένες περιπτώσεις όρος «νεο νταντά»).… …   Dictionary of Greek

  • μοντάρω — μόνταρα και μοντάρισα, μονταρισμένος (λ. ιταλ.), συναρμολογώ μηχάνημα: Μοντάραμε τη μοτοσικλέτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.